ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΜΑΣΤΟΥ ΜΕΤΑ ΜΑΣΤΕΚΤΟΜΗ

Αποκατάσταση με ενθέματα

Με τον όρο «αποκατάσταση μαστού» εννοούμε τη χειρουργική πράξη που έχει σκοπό την ανάπλαση του σχήματος, του μεγέθους και της συνολικής όψης του γυναικείου μαστού μετά από τμηματική ή ολική μαστεκτομή. Απώτερος στόχος της επέμβασης είναι η δημιουργία ενός νέου μαστού, συμμετρικού με τον ετερόπλευρο υγιή μαστό.

Τις τελευταίες δεκαετίες, στις προηγμένες χώρες της Ευρώπης και τις ΗΠΑ, η επέμβαση της αποκατάστασης του μαστού θεωρείται αναπόσπαστο μέρος της συνολικής θεραπείας, στα πλαίσια της ολοκληρωμένης αντιμετώπισης του καρκίνου του μαστού. Σε πολλά κέντρα, διενεργείται συστηματικά άμεση αποκατάσταση του μαστού, ταυτόχρονα δηλαδή με τη μαστεκτομή. Έτσι η ασθενής «ξυπνάει» από την επέμβαση με ένα νέο μαστό, χωρίς να βιώνει την απώλεια του στήθους της.

Από τις πιο απλές και παλαιότερες τεχνικές θεωρείται η τοποθέτηση ενθεμάτων σιλικόνης κάτω από το μείζονα θωρακικό μυ. Η επέμβαση είναι τεχνικά εύκολη και έχει ένδειξη μόνο στην άμεση αποκατάσταση και στις περιπτώσεις όπου δεν θα ακολουθήσει ακτινοβολία. Τα ενθέματα, ανάλογα με το μέγεθός τους, μπορούν να δημιουργήσουν ικανοποιητική συμμετρία με τον ετερόπλευρο μαστό, με την προϋπόθεση ότι ο υγιής μαστός δεν είναι πτωτικός. Μειονεκτήματα των ενθεμάτων είναι ότι δεν ακολουθούν τη φυσική «πορεία» του ετερόπλευρου μαστού, ενώ κάποιες φορές εμφανίζεται, ως απώτερη επιπλοκή, η ρίκνωση του ενθέματος λόγω δημιουργίας κάψας. Συχνά επίσης απαιτείται διορθωτική επέμβαση στον ετερόπλευρο μαστό προκειμένου να επιτευχθεί συμμετρία. Σε περίπτωση μετεγχειρητικής ακτινοβολίας υπάρχει κίνδυνος να «καεί» το δέρμα και να εξωτερικευθεί η πρόθεση σιλικόνης. Γι αυτό και στις περιπτώσεις αυτές, η μέθοδος δεν ενδείκνυται.

Οι ιστικοί διατατήρες (tissue expanders) είναι ειδικοί «σάκοι» σιλικόνης, κατάλληλου σχήματος και μορφής, που τοποθετούνται κάτω από το δέρμα και σταδιακά φουσκώνουν μετά από έγχυση φυσιολογικού ορού στο εσωτερικό τους διαμέσου μιας βαλβίδας. Μπορούν να τοποθετηθούν είτε απλά κάτω από το δέρμα και το μείζονα θωρακικό μυ, είτε κάτω από ιστούς από την πλάτη (πλατύ ραχιαίο μυοδερματικό κρημνό) που μεταφέρονται στην περιοχή της μαστεκτομής. Καθώς ο διατατήρας προοδευτικά γεμίζει, αυξάνει ο όγκος του και «ξεχειλώνει» το υπερκείμενο δέρμα του θώρακα. Έτσι δημιουργείται η εικόνα ενός νέου στήθους. Μετά την ολοκλήρωση της διάτασης, ο νέος μαστός δεν ακολουθεί τη φυσιολογική πτώση, όπως ο φυσικός ετερόπλευρος μαστός. Συχνά λοιπόν απαιτείται διορθωτική επέμβαση στον υγιή μαστό της άλλης πλευράς. Μειονεκτήματα της μεθόδου είναι η τακτική (ανά 15 ημέρες) επίσκεψη στον Πλαστικό Χειρουργό προκειμένου να προσθέσει φυσιολογικό ορό στο διατατήρα, η ανάγκη, ενίοτε, για δεύτερη χειρουργική επέμβαση προκειμένου να αλλαχθεί ο διατατήρας με ένθεμα σιλικόνης μόνιμου τύπου και, σπανιότερα, ο κίνδυνος να εξωτερικευθεί ο διατατήρας μετά από μετεγχειρητική ακτινοβολία. Η μέθοδος αυτή προτιμάται κυρίως σε άμεση αποκατάσταση του μαστού.